Champion Blitz Hold and Win puts you into ancient Greece to compete in the Blitz Hold Olympics
Lucky Clover Slot Game
|
|
|
|
Δεν ξέρω πώς το αποφάσισα, αλλά θυμάμαι πως εκείνο το βράδυ το σπίτι ήταν πολύ ήσυχο. Πολύ ήσυχο με εκείνη την άβολη έννοια. Η τηλεόραση έπαιζε κάτι που δεν παρακολουθούσα, το ψυγείο βούιζε σαν να μου έλεγε κάτι, και εγώ κάπνιζα στο μπαλκόνι κοιτάζοντας τις σκάλες της πολυκατοικίας απέναντι. Δεν είχα όρεξη για τίποτα. Ούτε για ύπνο, ούτε για παρέα, ούτε για σκέψη. Είχα εκείνη τη γνωστή αίσθηση ότι η πραγματικότητα με είχε στριμώξει κάπου και δεν ήξερα πώς να ξεφύγω. Και τότε, χαζεύοντας στο κινητό, έπεσα πάνω σε ένα διαφημιστικό που μου τράβηξε την προσοχή χωρίς να ξέρω γιατί. Ήταν το vavada, και μου φάνηκε σαν μια πόρτα που άνοιγε σε ένα δωμάτιο όπου δεν υπήρχε τίποτα από όλα αυτά που με βασάνιζαν. Δεν το πολυσκέφτηκα. Κατέβασα την εφαρμογή, έφτιαξα λογαριασμό, και έβαλα δέκα ευρώ. Όχι επειδή περίμενα να κερδίσω. Επειδή ήθελα να κάνω κάτι, οτιδήποτε, που να μη μου θυμίζει τη ζωή μου εκείνη τη στιγμή.
Οι πρώτες μέρες ήταν χάλια. Χαμένα δεκάρικα, μηδέν συγκίνηση, μόνο εκείνος ο εκνευρισμός του ανθρώπου που νιώθει ότι ακόμα και η απόδραση του βγαίνει ανάποδα. Έπαιζα μηχανές, έχανα, έκλεινα το κινητό, το ξανάπιανα. Έλεγα στον εαυτό μου «εντάξει, δεν είναι για σένα αυτό», αλλά το επόμενο βράδυ πάλι εκεί. Δεν ήταν τα λεφτά. Ήταν ότι για είκοσι λεπτά δεν σκεφτόμουν το νοίκι, τη δουλειά που μισούσα, τις φωνές στο κεφάλι μου. Ήταν σαν να έβαζα το μυαλό μου σε αναμονή. Και μετά, μια Τρίτη που είχα γυρίσει σπίτι και είχα αράξει στον καναπέ με ένα τοστ, κάτι έγινε. Έπαιξα ένα παιχνίδι με κάρτες, δεν θυμάμαι καν το όνομά του, και ξαφνικά η οθόνη γέμισε φώτα. Κέρδισα. Όχι πολλά, γύρω στα εκατό ευρώ, αλλά θυμάμαι ότι γέλασα δυνατά, μόνος, σαν ηλίθιος. Σηκώθηκα, περπάτησα στο σαλόνι, ξανακάθισα. Ένιωθα λες και μου είχε δώσει κάποιος ένα χαρτάκι που έλεγε «δεν τα καταφέρνεις και τόσο άσχημα». Από εκείνο το βράδυ, το πράγμα άλλαξε. Δεν έγινα κανένας τζογαδόρος με την κλασική έννοια. Δεν έβαλα ποτέ μεγάλα ποσά, δεν δανείστηκα, δεν έκλαψα πάνω από κινητό. Αλλά άρχισα να μπαίνω πιο συστηματικά. Μερικές φορές έχανα, μερικές φορές κέρδιζα λίγα, και εκείνο που με κρατούσε δεν ήταν το χρήμα αλλά εκείνη η μικρή δόση αγωνίας. Σαν να κρατάς την ανάσα σου για δύο δευτερόλεπτα. Σαν να είσαι κάπου αλλού. Θυμάμαι μια νύχτα που είχα τσακωθεί με τον αδερφό μου στο τηλέφωνο, είχα κλείσει με τα νεύρα μου, και αντί να κάτσω να τα σκάσω, άνοιξα το vavada και έπαιξα ένα παιχνίδι με ρόδες. Έχασα δέκα ευρώ σε δύο λεπτά, αλλά όταν έκλεισα το κινητό, ήμουν ήρεμος. Δεν είχα λύσει τίποτα, το ήξερα, αλλά είχα καταφέρει να μη σκάσω κι άλλο μέσα στη μέρα μου. Και για μένα, εκείνη την εποχή, αυτό ήταν αρκετό. Το αστείο είναι ότι με τον καιρό άρχισα να το βλέπω πιο ψύχραιμα. Δεν το έβλεπα πια σαν κρυψώνα, αλλά σαν ένα διάλειμμα. Σαν το τσιγάρο στο μπαλκόνι, αλλά λιγότερο βλαβερό για τα πνευμόνια μου. Έβαλα όρια, τα τήρησα τις πιο πολλές φορές, και όταν έχανα παραπάνω από όσο είχα πει, έκλεινα την εφαρμογή και πήγαινα βόλτα. Μια φορά μάλιστα κέρδισα ένα ποσό που μου επέτρεψε να πάρω ένα ζευγάρι παπούτσια που ήθελα μήνες. Τα φόρεσα και περπάτησα στην παραλία, και γελούσα μόνος μου σκεπτόμενος ότι αυτά τα παπούτσια τα είχε πληρώσει μια παρτίδα σε ένα παιχνίδι στις δύο τα ξημερώματα. Περίεργο συναίσθημα. Ούτε περηφάνια, ούτε ντροπή. Κάτι ανάμεσα. Τώρα, κοιτάζοντας πίσω, καταλαβαίνω ότι εκείνο που με έσωσε δεν ήταν το παιχνίδι. Ήταν ότι βρήκα έναν τρόπο να πατάω παύση όταν όλα γύρω μου έτρεχαν πολύ γρήγορα. Το vavada ήταν απλώς το μέσο, το μέρος όπου πήγαινα όταν ήθελα να μην είμαι εγώ για λίγο. Δεν έγινα πλούσιος, δεν άλλαξε η ζωή μου μαγικά, αλλά έμαθα να διαχειρίζομαι εκείνες τις ώρες που το μυαλό μου θέλει να τα τινάξει όλα στον αέρα. Και κάποιες φορές, όταν κερδίζω κάτι μικρό, χαμογελάω ακόμα σαν ηλίθιος στον καναπέ. Μόνος, με ένα τοστ, με ένα κινητό στο χέρι. Και δεν είναι και τόσο άσχημα. |
