Δούλευα σε μια αίθουσα δεξιώσεων. Δύο χρόνια τώρα. Δεκαοχτάωρες βάρδιες, γάμοι, βαφτίσια, συνέδρια. Τα πόδια μου είχαν γίνει ένας συνεχής πόνος, η πλάτη μου θυμόταν καλύτερες εποχές. Πληρωνόμουν με το μεροκάματο, και τα μεροκάματα ήταν λίγα. Εκείνη την Κυριακή, είχα τελειώσει μια δεξίωση για 300 άτομα. Η νύφη ήταν δύσκολη, ο γαμπρός αδιάφορος, και ο μπουφές είχε τελειώσει μισή ώρα πριν την ώρα του. Όταν έφυγα, είχα 40 ευρώ στην τσέπη. Όλη μου η περιουσία μέχρι την επόμενη δουλειά, που ήταν αβέβαιη.
Γύρισα σπίτι κατά τις 2 τα ξημερώματα. Το σπίτι μου ήταν ένα μικρό δωμάτιο με μια κουζίνα ρελαντί. Κανείς δεν με περίμενε. Κανένα μήνυμα στο κινητό. Κανένας ήχος. Μόνο το ψυγείο που βούιζε. Κάθισα στην καρέκλα, έβγαλα τα παπούτσια μου και ένιωσα τα δάχτυλα των ποδιών μου να ευχαριστούν τον Θεό. Δεν ήθελα να κοιμηθώ. Δεν ήθελα να δω ταινία. Ήθελα απλά να υπάρχω σε έναν κόσμο που να μην έχει τραπέζια να στρώσω και πιάτα να μαζέψω.
Άνοιξα το κινητό. Σκρολάριζα χωρίς σκοπό, μέχρι που είδα μια διαφήμιση. Δεν πατάω ποτέ διαφημίσεις. Εκείνο το βράδυ την πάτησα. Ίσως από καθαρή κούραση. Με πήγε σε μια σελίδα που είχε μια λέξη που τράβηξε το μάτι μου. Μια λέξη που την είχα ξανακούσει από έναν μάγειρα στην κουζίνα. Μου είχε πει: "Δοκίμασε, έχει ένα καλό ξεκίνημα". Δεν είχα δώσει σημασία τότε. Τώρα, όμως, με 40 ευρώ στην άκρη και μηδενικές προοπτικής, έδωσα. Στην αρχική σελίδα, ένα πορτοκαλί κουμπί έγραφε: "Πάρε το δώρο σου". Δεν χρειάστηκε να ψάξω πολύ. Ήταν μπροστά μου. vavada bonus. Απλό, καθαρό. Το πάτησα.
Δεν ήξερα τι ακριβώς θα πάρω. Περίμενα κάτι μικρό, κάτι τυπικό. Αυτό που εμφανίστηκε ήταν 30 δωρεάν περιστροφές και ένα μπόνους 100% στην πρώτη κατάθεση. Αλλά εγώ δεν είχα σκοπό να κάνω κατάθεση. Είχα μόνο τις 30 περιστροφές. Δωρεάν. Τίποτα άλλο. Ήταν αργά, ήμουν μόνος, και η ζωή μου είχε γίνει τόσο γκρίζα που ακόμα και 30 γυρίσματα σε μια οθόνη μού φάνηκαν σαν διακοπές.
Ενεργοποίησα τα spins. Το παιχνίδι ήταν ένα φρουτάκι με φρούτα, από αυτά τα παλιά, χωρίς πολλά πολλά. Κεράσια, λεμόνια, πορτοκάλια. Δεν περίμενα τίποτα. Τα πρώτα 10 spins: μηδέν. Τα επόμενα 10: μηδέν. Είχα μείνει με 10 spins. "Το 'λεγα", μουρμούρισα. Στο 25ο spin, έπεσαν δύο πορτοκάλια. Τίποτα. Στο 27ο spin, έπεσαν τρία κεράσια. 1,20 ευρώ. Γέλασα. 1,20. Δεν αγόραζα ούτε μισό τυρόπιτα.
Δύο spins έμειναν. Στο 29ο, τίποτα. Τελευταίο. Ένα spin. Το πάτησα χωρίς καμία προσδοκία. Οι τροχοί γύρισαν. Σταμάτησαν. Τρία καμπανάκια. Τρία χρυσά καμπανάκια. Η οθόνη άναψε. Αντί για 0,50, το σύστημα άρχισε να προσθέτει νούμερα. 5 ευρώ. 12 ευρώ. 28 ευρώ. 47 ευρώ. Σταμάτησε στα 61 ευρώ. Είχα 61 ευρώ. Από ένα spin. Από ένα τυχαίο καμπανάκι.
Έμεινα να κοιτάω την οθόνη. Δεν το πίστευα. Όχι γιατί ήταν πολλά. Αλλά γιατί ερχόντουσαν από το πουθενά. Δεν είχα βάλει τίποτα. Δεν είχα ρισκάρει τίποτα. Απλά ένα βράδυ Κυριακής, με πιασμένα πόδια και άδειο ψυγείο, μου χαμογέλασε κάτι. Δεν ήθελα να το χαλάσω. Δεν ήθελα να συνεχίσω και να τα χάσω. Αλλά κάτι μέσα μου είχε ανάψει.
Πήγα σε ένα τραπέζι με μπλάκτζακ. Δεν ήξερα καλά τους κανόνες. Αλλά είχα δει τον μάγειρα στην κουζίνα να παίζει στα διαλείμματα. Μου είχε εξηγήσει τα βασικά. Πάρε 16, μείνε. Πάρε 11, διπλασίασε. Πόνταρα 10 ευρώ. Μου ήρθε 9 και 2, σύνολο 11. Διπλασίασα. Άνοιξε 10, σύνολο 21. Η ντίλερ είχε 15, τράβηξε και έκαψε με 24. Κέρδισα 40 ευρώ. Σύνολο 101.
Εκεί πάγωσα. 101 ευρώ. Τριπλάσια από όσα είχα στην τσέπη μου εκείνη την ώρα. Δεν χρειαζόταν να συνεχίσω. Δεν το χρειαζόμουν. Αλλά το σώμα μου είχε άλλη γνώμη. Τα χέρια μου είχαν γίνει αυτόματα. Δεν σκέφτηκα "να βγω". Σκέφτηκα "να δω". Έβαλα 20 ευρώ στην επόμενη παρτίδα. Μου ήρθε 13 και 6, 19. Έμεινα. Η ντίλερ είχε 17. Κέρδος. 40 ακόμα. Σύνολο 141.
Εκεί σταμάτησα. Δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά. Πάτησα εξαργύρωση. Τα δάχτυλά μου ίδρωναν. Μέσα σε δευτερόλεπτα, είχα κλειδώσει το ποσό. 141 ευρώ.
Δεν κοιμήθηκα εκείνη τη νύχτα. Κάθισα και κοίταξα το ταβάνι. Σκέφτηκα όλες εκείνες τις βάρδιες. Τα πιάτα που έπλενα μέχρι να μου σπάσουν τα χέρια. Τα χαμόγελα που έπρεπε να φοράω ενώ μέσα μου ήμουν άδειος. Και μετά σκέφτηκα εκείνο το vavada bonus. 30 γυρίσματα. 30. Από αυτά, ένα μου άλλαξε την εβδομάδα.
Τα χρήματα μπήκαν το απόγευμα της Δευτέρας. Δεν πήγα σε σούπερ μάρκετ. Πήγα σε μια μικρή λαϊκή, εκεί που οι τιμές είναι ανθρώπινες. Αγόρασα λαχανικά, φρούτα, αυγά, ψωμί. Πλήρωσα μια μικρή οφειλή που είχα σε έναν φίλο. Και κράτησα 20 ευρώ για ένα σινεμά. Μόνος μου. Το απόλαυσα.
Δεν ξαναέπαιξα. Δεν με τράβηξε. Αλλά εκείνη την Κυριακή, 2 τα ξημερώματα, με πιασμένη πλάτη και άδειο πορτοφόλι, ένα μπόνους με τράβηξε από τη λάσπη. Όχι για πάντα. Για μια εβδομάδα. Αυτή η εβδομάδα, όμως, ήταν η αρχή. Λίγο καιρό μετά, άλλαξα δουλειά. Βρήκα κάτι πιο ήρεμο. Δεν έχω πλούτη. Αλλά δεν είμαι πια εκείνος που μετράει τα ψιλά πριν πάρει ψωμί.
Η τύχη δεν αλλάζει ζωές. Οι επιλογές τις αλλάζουν. Εγώ εκείνο το βράδυ διάλεξα να σταματήσω. Και αυτή ήταν η πιο σημαντική επιλογή. Αλλά αν δεν είχα πάρει εκείνο το μπόνους, δεν θα υπήρχε καν επιλογή για να κάνω.
|
|
